Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Η Δημητρούλα της Αμερικής.




Το ποίημα μας το έστειλε ο φίλος Γ.Κ. και το αφιερώνει στη γλυκά Δημητρούλα...

 Αχ Δημητρούλα μου
τι κακό μας βρήκε!
Αντί για ποιμένας και δεσπόταρος
αδελφή και συ μας βγήκες!

Σε στείλαν να σπουδάσεις
του κυρίου μας τους λόγους
κι ευθύς σ' άρπαξε τ' έρημο το κουσούρι,
στης ηδονής δεν αντιστάθηκες το γλειφιτζούρι.

Στον βρόντο οι βοστόνιες σπουδές
μαζύ και του Χριστού οι διδαχές,
βαλ' άλλους να σου γράφουν διατριβές,
σπουδαστές απένταρους, χωρίς χρονοτριβές.

Αχ Δημητρούλα μου χρυσή,
στιγμή δεν άφησες να πά' χαμένη!
Πάραυτα άνδρα βρήκες να σπιτώσεις
και πρόθυμα πολύ να τον φροντίσεις.

Μαγείρευες και του 'πλυνες
πουκάμισα, σόβρακα και κάλτσες.
Πάντα χορτάτος κι ευχαριστημένος να 'ναι
μην κάποτε κρυφά κι απότομα σ' το σκάσει.

Ο δύσμοιρος δεν άντεξε την τόση ομορφιά σου.
Δεν άργησε πολύ και τράβηξε καλιά του.
Απαρηγόρητη και μόνη σ' άφησε,
στα παλιά σου χούγια να γυρίσεις.

Αδυναμία σου ανέκαθεν μεγάλη
της εκκλησιάς τα νόστιμα αηδόνια
αλλά και κράχτες παράφωνοι αν λάχει
με φουσκωμένα παντελόνια.

Λησμόνησες καντήλια και κεριά,
ξέχασες βαγγέλια και σταυρούς ακόμη,
ψαλτάδες τώρ' αρρενωπούς και λάβρους
διψά κι αναζητά η έρημη ψυχή σου.

Έλα γρήγορα στα σύγκαλα σου,
κορίτσι μου, καλή μου Δημητρούλα!

Ξέχνα γλυκόφωνους ψαλτάδες
και φουσκωτά μπατζάκια.
Τις τρίχες σου τις αραιές επιμελώς περιποιήσου
κι ήσυχα αμέριμνα πέρνα τα στερνά σου.

Προπαντός, κι αυτο πολύ πρόσεξε το,
σαν την μωρή ξεμαλλιασμένη μην όλο τρέχεις
τη Βαρθολομαία την ομοερωτικιά να ξεπεράσεις.

Πρόσκαιρα είν' όλ' αυτά,
γλυκειά μου Δημητρούλα,
άσκοπα, ανώφελα και περαστικά
σαν τ'ουρανού τα σύννεφα παροδικά.


Γ.Κ.